Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γανξίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γανξίν Προφορά: γανξίν
  1. ο ψεύτικος/μικροκαμμένος άνθρωπος, η «μινιατούρα» Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια