Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαλί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαλί Προφορά: χαλί
  1. τάπητας, χαλί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hali

Παρατηρήσεις - Σχόλια