Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκέπασμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κέπασμαν Προφορά: σκέπασμαν
  1. κάλυψη, καπάκι κάλυμμα σκεύους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια