Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκεπαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κεπαρά̤ζω Προφορά: σκεπαρεάζω
  1. κόβω ή πελεκώ με σκεπάρνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια