Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαϊρέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαϊρέτ' Προφορά: γαϊρέτ
  1. γρήγορα γρήγορα Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Ποίσον γαϊρέτ', άιτε («να τελειώνουμε»)

Παρατηρήσεις - Σχόλια