Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βεσιέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βεσιέτ' Προφορά: βεσιέτ
  1. τελευταία επιθυμία, προφορική διαθήκη Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια