Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άτσιχτος [Επίθετο]

Προφορά: άτσ̌ιχτος
  1. αυτός που δεν λυπάται Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια