Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ατεψής (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ατεψί͜ης
Προφορά: ατεψής
άτακτος
αυτός που ξύνεται συνέχεια για φασαρία, αυτός που θέλει να μαλώνει
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
Αρσενικό: ατεψί͜ης
Θηλυκό: ατεψήζαινα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
αταψούζκον (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
ετεψίης (ο)
εντεπσίζκος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια