Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αστόσ (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αστόχͮ' Προφορά: αστόσ̌
  1. άκληρος Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Συνώνυμο: κισίπ

Παρατηρήσεις - Σχόλια