Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αραματιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αραματά̤ζω Προφορά: αραματεάζω
  1. βάζω τα καπνά σε ειδικό ξύλο για να στεγνώσουν Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια