Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναλίζω [, Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αναλίζω Προφορά: αναλίζω
  1. μουσκεύω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:,
    Ενέλτσαν. (ζάρωσαν (τα δάχτυλα από το νερό)).

Παρατηρήσεις - Σχόλια