Πληθυντικός: αλατσ̌άνα̤
Ουδέτερο: Ενικός: αλατσ̌άνιν/ αλατσ̌άν' Πληθυντικός: αλατσ̌άνα̤
Σχόλιο: πιθανότατα ουσιαστικοποιημένο επίθετο, εύχρηστο στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.