Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκατοφανία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκατοφανία Προφορά: σκατοφανία
  1. αχρειότητα, βδεληρότητα 1) πράξη που προκαλεί αηδία, αποστροφή 2) πράξη βδεληρή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια