Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανάλμεχτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ανάλμεχτος , 2. ανάλμεχτον Προφορά: ανάλμεχτος
  1. που δεν έχει αρμεχτεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Οσήμερον το ζώον επήεν σήν βοσκήν ανάλμεχτον.
    2) Έχω πρόατ' ανάλμεχτα, κι αιγίδα̤ να αλμέγω.

  2. για ζώο που δεν αλμέχτηκε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ζώο που δεν αλμέχτηκε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια