Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκεμπές (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κεμπές Προφορά: σκεμπές
  1. 1) κοιλιά ζώου 2) στομάχι σφάγιου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από τη λέξη iskembe

Παρατηρήσεις - Σχόλια