Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαλέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαλέκ' Προφορά: χαλέκ
  1. χαλίκι 1) κομμάτι πέτρας 2) χαλίκι της ακρογυαλιάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό χάλιξ - χαλίκιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια