Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο ορφανόν
Παραδείγματα: 1) Οφιδί’ κιφάλ’ έπαρ’ αν’, και τ’ ορφανού μη παίρ’τς. 2) Τ’ ορφανόν να είχͮεν τύχην θ’ εζήνεν ο κυρ’ κι η μάνα θε.
θηλυκό: ορφανέσσα
Προέλευση: από το αρχαιοελληνικό ορφανός
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.