Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δουκαλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δουκαλεύω Προφορά: δουκαλεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    οδηγώ με το δουκάλ’, με το καπίστρι

    Παράδειγμα:
    Να δουκαλεύ’νε σε. (κατάρα, εύχομαι να τυφλωθείς και να σε οδηγούν άλλοι)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνείες:
    1) σέρνω κάποιον από το καπίστρι
    2) κάνω ότι θέλω κάποιον (μεταφορικά)

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    οδηγώ ζώο με το καπίστρι

  4. οδηγώ το ζώο κρατώντας το από το καπίστρι (μεταφορικά) Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια