Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δουκάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δουκάλ' Προφορά: δουκάλ
  1. καπίστρι, χαλινάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη ducalium

    Παράδειγμα:
    Τα βούδα̤ ντο λάμ'νε δουκάλ’ έχ’νε, δέμαν ’κ’ έχ’νε.

  2. καπίστρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. καπίστρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    δουκάλ(ι)

  4. καπίστρι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια