Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαβασλάεμαν (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαβασλάεμαν Προφορά: χαβασλάεμαν
  1. 1) ο πόθος για την απόκτηση κάποιου πράγματος 2) η επιδίωξη εκπλήρωσης πόθου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια