Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φευγατίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φευγατίζω Προφορά: φευγατίζω
  1. φυγαδεύω διευκολύνω κάποιον να δραπετέψει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια