φυλαχτόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φυλαχτόν
Προφορά: φυλαχτόν
-
1) εκείνο που δεν το μεταχειρίζεται κάποιος συχνά
2) πολύτιμο, φυλακτήριο προβασκάνιο (περιέχει μέσα τους χαιρετισμούς της Παναγίας).
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης