Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φυλαχτόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φυλαχτόν Προφορά: φυλαχτόν
  1. 1) εκείνο που δεν το μεταχειρίζεται κάποιος συχνά 2) πολύτιμο, φυλακτήριο προβασκάνιο (περιέχει μέσα τους χαιρετισμούς της Παναγίας). Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέρχεται από την αρχαία ελληνικό επίθετο «φυλακτός = εκείνος που μπορεί κάποιος να το φυλάξει».

Παρατηρήσεις - Σχόλια