Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φύλαξη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φύλαξη Προφορά: φύλαξη
  1. προφύλαξη, ενθύμηση, μνημονικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «φύλαξις= φρούρηση».

Παρατηρήσεις - Σχόλια