Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τιζεύω Προφορά: τιζεύω
  1. αραδιάζω βάζω σε σειρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη dizmek= ταξιδεύω

  2. διευθετώ 1) τοποθετώ κατά σειρά 2) θέτω σε συζυγία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. 1) αρμαδιάζω καπνό 2) βάζω κάτι στη σειρά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Οσήμερον ετιζέψαμε τρία ποχτσ̌άδες καπνά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια