Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτιλτένιος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. φτιλτένιος , 2. φτιλτένο̤ς Προφορά: 1. φτιλτένιος , 2. φτιλτένεος
  1. Απαλός 1) ο γεμάτος πούπουλα. 2) αυτός που έχει λεπτό και ευαίσθητο οργανισμό και εύκολα επηρεάζεται. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια