Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
φτέρνισμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φτέρνισμαν
Προφορά: φτερνισμαν
καλπασμός, ξυπασμός
1) το χτύπημα του αλόγου με τις φτέρνες για να τρέχει. 2) τροπή σε φυγή.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια