Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτέρνισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φτέρνισμαν Προφορά: φτερνισμαν
  1. καλπασμός, ξυπασμός 1) το χτύπημα του αλόγου με τις φτέρνες για να τρέχει. 2) τροπή σε φυγή. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια