Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα δονώ
Ιδίωμα: Σταυρί
Παράδειγμα: ’Κ’ εδόνισε το γουρνί (γουβίν, κυψέλη). (σμηνουργώ)
Επιπλέον Ερμηνεία: παράγω βοή, ηχώ
Ενεστώτας: δονίζω Παρατατικός: εδόνιζα Μέλλοντας: θα δονίζω Αόριστος: εδόνισα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.