Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δονίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δονίζω Προφορά: δονίζω
  1. βοώ, βουΐζω, σμηνουργώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα δονώ

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    ’Κ’ εδόνισε το γουρνί (γουβίν, κυψέλη). (σμηνουργώ)

  2. κουνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    παράγω βοή, ηχώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια