Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φρέσκος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: φρέσκος Προφορά: φρέσκος
  1. Φρέσκος, νωπός, πρόσφατος. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια