Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δονάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δονάρ' Προφορά: δονάρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    νέο σμήνος μελισσών

    Παράδειγμα:
    Τα μελεσσίδα̤ οφέτος ’κ’ εξέγκαν δονάρα̤.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το νέο σμήνος των μελισσών

  3. κυψέλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    νέο σμήνος μελισσών

    Προέλευση:
    από το δόνος - δονώ = σείω - κινώ

  4. το σμήνος των μελισσών Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό δονώ
    < πτεροίσιν και ριζήμασιν αιθήρ δονείται - Αριστοφάνη Όρνιθες>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το δονάρ
    γενική τοι δοναρί
    αιτιατική το δονάρ

  5. το νέο σμήνος μελισσών Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια