είδος φαγώσιμου υδαρούς λευκούΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το τσιοφ = ξερό και ταν
Σχόλιο:
από το πηχτό ταν παρασκευάζονταν μπαλίτσες στρόγγυλες που ξεραίνονταν στον αέρα, διατηρούνταν τον χειμώνα για την παρασκευή ζωμού που τρωγόταν με φαγητά όπως τα πουσίντια