Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σερμπέτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σερμπέτ'
Προφορά: σερμπέτ
σερμπέτι, ζαχαρωτό
κάθε τι γλυκό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη şerbet
σερμπέτ(ι)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια