Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σερανταρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σερανταρίζω Προφορά: σερανταρίζω
  1. (για την λεχούσα) συμπληρώνω σαράντα μέρες από τον τοκετό και μεταβαίνω στην εκκλησία για να ακούσω την καθιερωμένη ευχή καθαρμού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια