Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιληπουρδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιληπουρδίζω Προφορά: τσιληπουρδίζω
  1. τσιλιπουρδίζω, αυθαδιάζω ατακτώ στα ερωτικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    1) από το ρήμα τιλιπορδίζω
    2) από το αρχαίο ρήμα τιλάω

Παρατηρήσεις - Σχόλια