Ερμηνεία: Ο μη πειθόμενος εύκολα
Προέλευση: Από το στερητικό α και το γανεύω
Παράδειγμα: Πολλά αγάνευτος εν'.
Αρσενικό: Ενικός: αγάνευτος Πληθυντικός: αγάνευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγάνευτος Πληθυντικός: αγάνευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγάνευτο(ν) Πληθυντικός: αγάνευτα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.