Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιαμούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤μούρ’ Προφορά: τσεαμούρ
  1. λάσπη, πηλός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη camur

Παρατηρήσεις - Σχόλια