Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌άμ' Προφορά: τζάμ
  1. τζάμι, υαλοπίνακας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη djam

Παρατηρήσεις - Σχόλια