Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζακέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζακέλ' Προφορά: τζακέλ
  1. μικρή σκαπάνη δικρανοειδής στην κορυφή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη sarclumi= δικέλλα

Παρατηρήσεις - Σχόλια