Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζακελίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζακελίζω Προφορά: τζακελίζω
  1. σκάβοντας επιπόλαια με το τζακέλ' καθαρίζω τα άγρια χόρτα κήπου συγκεντρώνοντας χώμα κοντά στις ρίζες του φυτού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια