Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τεχνίτες (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τεχνίτες
Προφορά: τεχνίτες
επιδέξιος, επιτήδειος
αυτός που ασκεί κάποια τέχνη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη τεχνίτης= αυτός που κάνει κάτι χρήσιμο
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια