Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τεχνίτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τεχνίτες Προφορά: τεχνίτες
  1. επιδέξιος, επιτήδειος αυτός που ασκεί κάποια τέχνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη τεχνίτης= αυτός που κάνει κάτι χρήσιμο

Παρατηρήσεις - Σχόλια