Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τεσσεράποδος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τεσσεράποδος Προφορά: τεσσεράποδος
  1. αυτός που έχει τέσσερα πόδια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια