Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κακορούζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κακορούζω , 2. κακορρούζω Προφορά: κακορούζω
  1. υποφέρω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ογώ συγγενός είμαι και ’κί θέλω ο παίδας να κακορούζ’.

  2. 1) πέφτω άσχημα 2) είμαι άτυχος (μεταφορικά), κυρίως στον γάμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια