Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσεζά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσεζά Προφορά: τσεζά
  1. ποινή, τιμωρία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ceza

Παρατηρήσεις - Σχόλια