1) είδος σπιτικών μακαρονιών
2) σούπα από σπιτικά μακαρόνια
3) άνοιγαν με τη χλαού μεγάλα λεπτά κυκλικά φύλλα (ιφκάδες ή λαβάσ̌ ια), τα έψηναν απάνω στο σάτσ̌ και τα έκοβαν όπως τη μακαρίναν και το ξέραιναν για το χειμώνα, όταν ήθελαν να φάνε από αυτήν, έβαζαν σε βαθουλό πιάτο την ανάλογη ποσότητα, έχυναν βραστό νερό μπόλικο, το στράγγιζαν και περίχυναν με βούτυρο καμένο ή λάδι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)