Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσαχούρτς (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: τσαχούρτς
Προφορά: τσαχούρτς
ξανθός
αυτός που έχει μάτια που κλίνουν προς το γαλανό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη cakir
Θηλυκό:
τσαχούραινα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
τσαχουρομμάτς (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια