Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σελβέτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σελβέτα Προφορά: σελβέτα
  1. ανδρικό κεφαλομάντηλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη salvietta=μαντήλι των χεριών

Παρατηρήσεις - Σχόλια