Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σέλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σέλα Προφορά: σέλα
  1. εφίππιο, σέλα σαμάρι αλόγου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη sela-ae

Παρατηρήσεις - Σχόλια