Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σεισμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεισμός Προφορά: σεισμός
  1. ο κλονισμός του εδάφους της γης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Από το αρχαιοελληνικό σεισμός

Παρατηρήσεις - Σχόλια