Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορτάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορτάσ̌' Προφορά: ορτάς
  1. συνέταιρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Εκατούρησε κι ο πεντικό στη θάλασσα κ’ εγέννησεν ορτάσ̌.

Παρατηρήσεις - Σχόλια