Ερμηνεία: δύο φορές αναμμένο
Προέλευσηο: από το αρχαίο επίθετο δίπυρος
Παράδειγμα: Το φουρνίν δίπυρον έτον κι εκάαν τα ψωμία.
Αρσενικό: Ενικός: δίπυρος Θηλυκό: δίπυροι
Θηλυκό: Ενικός: δίπυρος Πληθυντικός: δίπυροι
Ουδέτερο: Ενικός: δίπυρον Πληθυντικός: δίπυρα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.