Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαβλουκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αβλουκίζω Προφορά: τσαβλουκίζω
  1. θολώνω μασώ με θόρυβο, σαλιάζω το φαΐ, μισοτρώγω το χόρτο αφήνοντας το υπόλοιπο σαλιασμένο (για ζώα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια